Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Επίσκεψη στο Ίδρυμα Γληνού

Την Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013, η ομάδα τοπικής ιστορίας του 8ου Γυμνασίου επισκέφτηκε το σπίτι του παιδαγωγού, φιλοσόφου και πολιτικού Δημήτρη Γληνού, που βρίσκεται στην Κηπούπολη Κηπριάδου, στην οδό Πολυλά 49. Το σπίτι αυτό κτίστηκε το 1928 από τον μηχανικό Άρη Χρόνη για να στεγάσει την οικογένεια του Δημήτρη Γληνού.  Σήμερα στεγάζει το Ίδρυμα Γληνού, το οποίο συστάθηκε από τον γιό του Δημήτρη Γληνού, καθηγητή Ανδρέα Γληνό και τη σύζυγό του Λόνη. Σκοπός του Ιδρύματος είναι η διάσωση, διατήρηση και διάθεση στο επιστημονικό κοινό του πλούσιου αρχείου και της βιβλιοθήκης του Δημήτρη Γληνού. 
Ο γραμματέας του ιδρύματος Γιώργος Μπουμπούς ξενάγησε τους μαθητές στο Ίδρυμα και τους μίλησε για την προσωπικότητα και τους αγώνες του του Δημήτρη Γληνού για την αναβάθμιση της ελληνικής εκπαίδευσης. 


Το ίδρυμα Γληνού εξωτερικά





 
Ξενάγηση στο ίδρυμα Γληνού


Το γραφείο του Δημήτρη Γληνού










Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

ΔΕΙΤΕ 59 ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (1903-1920) ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΙΛΕΛΛΗΝΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟ ΦΡΕΝΤ ΜΠΟΥΑΣΟΝΑ

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

To σπίτι του Ιάκωβου Καμπανέλλη

Την Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012, στον περίπατο που κάναμε στη γετονιά με τους καθηγητές μας, περάσαμε από το σπίτι στο οποίο έζησε ο θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός και ακαδημαϊκός Ιάκωβος Καμπανέλλης.
Πρόκειται για την πολυκατοικία της οδού Κύπρου 23-25 (Κάτω Πατήσια), όπου έζησε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης από το 1971 ως το 2011. 
Στην είδοσο της πολυκατοικίας υπάρχει αναμνηστική πλάκα.






Το Θέατρο Κνωσσός

Αρχικά ήταν κινηματογράφος, που κατασκευάστηκε το 1962 από τους αρχιτέκτονες Παλτόγλου και Καλλιοντζόγλου. Το 1985 μετατράπηκε σε θέατρο από τους ηθοποιούς Χρήστο και Λάμπρο Τσάγκα. Τον χώρο φιλοτέχνησε ο αείμνηστος ζωγράφος και σκηνογράφος Βασίλης Φωτόπουλος. 
Το θέατρο "Κνωσσός" επί 28 χρόνια παρουσιάζει θεατρικά έργα από την αρχαία και σύγχρονη γραμματεία σε σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από όλη την Ελλάδα.

Πληροφορίες από τον Τ. Μπ του Β2.











Το βουστάσιο και το πρατήριο του Φιλίππου


Το βουστάσιο Φιλίππου βρισκόταν στην οδό Αγίας Παρασκευής κοντά στον Άγιο Λουκά. Ιδιοκτήτης του ήταν ο Αθανάσιος Φιλίππου, παππούς των σημερινών ιδιοκτητών της γαλακτοβιομηχανίας ΦΑΓΕ. 
Όπως αναφέρει η κάτοικος της περιοχής Ρίκα Σεϊζάνη, στο βιβλίο της Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου τα Πατήσια:  "Η μυρωδιά από τις αγελάδες και το σανό ερχόταν βαριά ως έξω γιατί το βουστάσιο ήταν υπαίθριο μ' ένα απλό στέγαστρο για τις αγελάδες. Είχα μπεί μέσα και ήξερα πώς είναι. Η γιαγιά μού διηγόταν πως από 'κει έπαιρνε το γάλα μου όταν ήμουν μωρό. Είχε μάλιστα απαιτήσει να της δίνουν από μια ορισμένη αγελάδα που την είχε ξεχωρίσει σαν την πιο υγιή" (σελ. 44-45).

Το πρατήριο Φιλίππου βρισκόταν στην οδό Πατησίων, στο ύψος του Λυσιατρείου, και πουλούσε γαλακτοκομικά προϊόντα (γάλα, γιαούρτι και γλυκά γάλακτος). Το γιαούρτι του ήταν τόσο φημισμένο σε όλη την Αθήνα, που πολλοί έρχονταν με το τραμ στα Πατήσια και σχημάτιζαν ουρές για να το αγοράσουν.


Νοσοκομείο Παμμακάριστος

Το 1930 στην Ιερά Μονή της Παμμακαρίστου Θεοτόκου λειτουργούσε, με τη διεύθυνση των Καλογραιών, νηπιαγωγείο και πρότυπο Δημοτικό σχολείο. Την περίοδο της Κατοχής, όταν η πείνα και οι στερήσεις εξαθλίωσαν τον πληθυσμό της περιοχής, οι καλόγριες της Μονής μοίραζαν συσσίτιο όχι μόνο στους μαθητές τους αλλά και σε πολλά άλλα παιδιά της περιοχής που πήγαιναν σε άλλα σχολεία. Το Δεκέμβριο του 1944, όταν γίνονταν μάχες σε όλη την Αθήνα, δέχτηκαν και περιέθαλψαν στους χώρους της Μονής πολλούς τραυματίες.

Το Νοσοκομείο Παμμακάριστος ιδρύθηκε το 1953 από την Ελληνική Καθολική Εξαρχία και την Ιερά Μονή Παμμακαρίστου Θεοτόκου με σκοπό την παροχή βοήθειας και περίθαλψης στους κατοίκους της Αθήνας. Το 1986 περιήλθε στη δύναμη των νοσοκομείων του ΕΣΥ και το 1991 ορίστηκε ως Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Αθήνας.





 

Όπως αναφέρει η Ρίκα Σεϊζάνη στο βιβλίο της Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου τα Πατήσια (σσ. 30-32) :
"Στην Κατοχή η "Παμμακάριστος" εξακολουθούσε να είναι σχολείο και κάθε μεσημέρι οι καλόγριες μοίραζαν συσσίτιο, όχι μόνο στις μαθήτριες τους αλλά και σε πολλά άλλα κορίτσια της γειτονιάς που πήγαιναν σε άλλα σχολεία. [...] Το συσσίτιο άρχισε με μια μακριά ουρά για την εγγραφή. Σταθήκαμε μιά παρέα συμμαθήτριες και μπροστά μας ήταν ένα τσούρμο κοπέλες από το κοντινό 8ο Γυμνάσιο. [...] Πήγαινα στο σχολείο μ'ένα άσπρο βαθύ πιάτο μέσα στη σάκκα μου, τυλιγμένο μαζί με το κουτάλι σε μια άσπρη πετσέτα. Στο γυρισμό επειδή ήταν βρόμικο το έφερνα στο χέρι κρατώντας το δεμένο μέσα στην πετσέτα. Καθόμαστε και τρώγαμε στα θρανία. Μόλις μπαίναμε στη μεγάλη αίθουσα λέγαμε "ώχ, χυλός" ή "ώχ, πληγούρι" γιατί η μυρωδιά μας προειδοποιούσε. Αυτά ήταν τα χειρότερα φαγητά και τα τρώγαμε πιο συχνά. Μόλις έτρωγες μερικές κουταλιές και περνούσε λίγο η πείνα, σ'έπιανε μιά σιχασιά. Για πολλές εβδομάδες τρώγαμε τις καθημερινές αυτά τα δύο φαγητά εναλλάξ. Τις Κυριακές είχαμε πατάτες γιαχνί ή μακαρόνια. Χωρίς τυρί και χωρίς βούτυρο βέβαια. Μιά καλόγρια καθότανε στην πόρτα την ώρα που φεύγαμε και κοίταζε μήπως είχαμε φάει όλο το φαϊ μας. Σφιχτόδενα το πιάτο μου με την πετσέτα όταν δεν κατάφερνα να τελειώσω το αναγουλιαστικό φαγητό και περνούσα με φόβο κάτω από το άγρυπνο μάτι της. Το άδειαζα στο πρώτο οικόπεδο της διαδρομής, σπρώχνοντας με το κουτάλι το χυλό, που κρύος πιά, έμοιαζε με σκασμένη γη από την ξηρασία".




                                                                         

Λέλα Καραγιάννη



Η ηρωίδα της γειτονιάς μας





Γεννήθηκε στη Λίμνη Ευβοίας το 1898 και υπήρξε αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης.  Η δράση της ξεκίνησε αμέσως μετά την κατάκτηση της Αθήνας από τους Γερμανούς όταν στο σπίτι της,  μια μονοκατοικία στη συμβολή των οδών Λήμνου και Σταυροπούλου, περιέθαλπε τους στρατιώτες που γύριζαν ταλαιπωρημένοι από το μέτωπο. Σύμφωνα με μαρτυρία της κόρης της Νεφέλης το σπίτι τους «έμοιαζε με στρατώνα» από τους πολλούς φαντάρους που φιλοξενούσε η μητέρα της. Επίσης βοηθούσε Άγγλους στρατιώτες που είχαν ξεμείνει στην Αθήνα και δημιούργησε ένα δίκτυο σπιτιών που τους έκρυβαν. Σε λίγο καιρό το δίκτυο μεγάλωσε, ανέλαβε την περίθαλψη και  φιλοξενία 150 περίπου ξένων στρατιωτών και προσπαθούσε να τους φυγαδεύει στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Η Καραγιάννη, που είχε στρατολογήσει δεκάδες πολίτες, εξοπλίστηκε με ασύρματο και όπλα και ονόμασε την ομάδα της «Μπουμπουλίνα». Τον Οκτώβριο του 1941 συνελήφθη από τους Γερμανούς αλλά μετά από επτάμηνη κράτηση απελευθερώθηκε. Αργότερα δημιούργησε ένα δίκτυο κατασκοπείας και αξιοποιώντας ακόμα και αντιναζιστές Γερμανούς, εξασφάλισε λίστες συνεργατών των αρχών Κατοχής, που κατέδιδαν όσους επιχειρούσαν να φύγουν στη Μέση Ανατολή. Συγκέντρωσε σημαντικές πληροφορίες για την κίνηση των Γερμανικών πλοίων, ιδίως στο λιμάνι της Σαλαμίνας, καθώς και σχεδιαγράμματα των αεροδρομίων που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί. Τον Ιούλιο το 1944, η Καραγιάννη συνελήφθη από την Γκεστάπο μαζί με πέντε από τα παιδιά της και βασανίστηκε στα μπουντρούμια των Ες-Ες, στην οδό Μέρλιν. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου όπου εκτελέστηκε, μαζί με άλλους πατριώτες, στις 8 Σεπτεμβρίου 1944, ένα μήνα περίπου πριν από την Απελευθέρωση.  Το 1947 η Ακαδημία Αθηνών της απένειμε το Βραβείο Αρετής και Αυτοθυσίας.
Το σπίτι της, κατασκευή του 1923, ανήκει στον Δήμο Αθηναίων  και έχει κηρυχτεί από το 1995 ιστορικό διατηρητέο μνημείο που χρήζει προστασίας ως "αξιόλογο δείγμα κτηρίου της ύστερης εκλεκτιστικής περιόδου". Το σπίτι ανακαινίστηκε πρόσφατα και πρόκειται να στεγάσει υπηρεσία του Δήμου Αθηναίων.







Εργασία από τον Γ. Μ. και τη Σ. Μ. της Γ2 τάξης. 

Η μαντρα του Αττικ



Ήταν μία καλλιτεχνική ομάδα που δημιουργήθηκε το καλοκαίρι του 1930 από τον συνθέτη Κλέωνα Τριανταφύλλου, γνωστό ως Αττίκ. Αρχικά στεγάστηκε σε μία άδεια μάντρα στην οδό Μηθύμνης, κοντά στην πλατεία Αγάμων, όπου ο Αττίκ έφτιαξε μια μικρή ξύλινη σκηνή, έβαλε διάφορες επιγραφές, όπως «Αγαπάτε τα ζώα, τον Αττίκ και... αλλήλους», και άρχισε τις παραστάσεις του μέσα στο κατακαλόκαιρο. Κοντά του γνωστά πρόσωπα της καλλιτεχνικής ζωής της εποχής, (Μαρίκα Φιλιππίδου, Δημήτρης Ευαγγελίδης, Παντελής Χορν και ο μικρός γιός του Δημήτρης Χορν). Τα επόμενα χρόνια από τη σκηνή της «Μάντρας» παρέλασαν πολλοί νέοι καλλιτέχνες που έκαναν αργότερα μεγάλη καριέρα (Δανάη, Καλή Καλό, Κάκια Μένδρη, Ντιριντάουα) και δημιουργήθηκε μια γενιά κονφερανσιέ (Ορέστης Λάσκος, Μίμης Τραϊφόρος). Ο όμιλος της «Μάντρας» κάθε καλοκαίρι εμφανιζόταν στην Αθήνα και κάθε χειμώνα περιόδευε στις επαρχίες μέχρι το 1938, που εγκαταστάθηκε μόνιμα σε μια αθηναϊκή ταβέρνα, την «Μονμάρτη» (Αχαρνών και Ηπείρου) και λειτούργησε μέχρι την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. Η Μάντρα ολοκλήρωσε τον κύκλο της ζωής της το 1944, με τον θάνατο του Αττίκ. 


 







Η Βιβλιοθήκη του Θεατρικού Μουσείου (Καραμανλάκη 7)



Η Βιβλιοθήκη, μοναδική σ’όλη την Ελλάδα, διαθέτει ένα πολύ μεγάλο αριθμό βιβλίων και περιοδικών. Το αρχείο αποκομμάτων διαθέτει υλικό από το 1896 (κριτικές, άρθρα, συνεντεύξεις, ρεπορτάζ, χρονογραφήματα). Ο τομέας του αρχείου διαθέτει επίσης, διάφορα κείμενα που έχουν δημοσιευθεί (διδακτορικά, πραγματείες, άρθρα, μαθήματα, διαλέξεις, πανεπιστημιακές εργασίες). Υπάρχουν, ακόμα, πολλά θεατρικά έργα χειρόγραφα και δακτυλόγραφα, θεατρικά προγράμματα, φωτογραφίες, αφίσες, συμβόλαια, επιστολές, μαγνητοσκοπημένες θεατρικές παραστάσεις, ηχογραφημένες ραδιοφωνικές θεατρικές εκπομπές, ηχητικό υλικό μουσικών επενδύσεων παραστάσεων, μαγνητοσκοπημένες τηλεοπτικές παραστάσεις κ.ά..